γαλοπούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γαλοπούλα οι γαλοπούλες
      γενική της γαλοπούλας
    αιτιατική τη γαλοπούλα τις γαλοπούλες
     κλητική γαλοπούλα γαλοπούλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλοπούλα < γάλος + -οπούλα < ιταλική gallo d' India (=κόκορας της Ινδίας)
γαλοπούλες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαλοπούλα θηλυκό και γάλος αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]