γαλουχούμαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γαλουχούμαι < γαλουχώ
Ρήμα
[επεξεργασία]γαλουχούμαι
- ανατρέφομαι και διαπαιδαγωγούμαι με κάποιες ιδέες, συνήθειες, ιδανικά κ.λπ.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γαλουχούμαι
|
|