γαμήσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γαμήσι τα γαμήσια
      γενική του γαμησιού των γαμησιών
    αιτιατική το γαμήσι τα γαμήσια
     κλητική γαμήσι γαμήσια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.ˈmi.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαμήσι ουδέτερο

  1. (χυδαία) η συνουσία
  2. (μεταφορικά) μεγάλη δυσκολία

υποκοριστικό[επεξεργασία]

γαμησάκι (χαϊδευτικό, ευμενιστικό)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αυτός θέλει γαμήσι κι άπλωμα στον ήλιο
  • έφαγα ένα γαμήσι / έφαγα τρελό γαμήσι
  • ο τράγος έχει την βοσκή κι αυτός μόνο γαμήσι
  • σε γαμάνε παρά φύση, μα σ' αρέσει το γαμήσι
  • γαμήσι, χασίσι κι επιστροφή στη φύση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]