γαμημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική γαμημένος γαμημένη γαμημένο
γενική γαμημένου γαμημένης γαμημένου
αιτιατική γαμημένο γαμημένη γαμημένο
κλητική γαμημένε γαμημένη γαμημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γαμημένοι γαμημένες γαμημένα
γενική γαμημένων γαμημένων γαμημένων
αιτιατική γαμημένους γαμημένες γαμημένα
κλητική γαμημένοι γαμημένες γαμημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γαμημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γαμιέμαι

Open book 01.svg Μετοχή

γαμημένος, -η, -ο

  1. (χυδαίο) υβριστική έκφραση για οτιδήποτε ή οποιονδήποτε μας ενοχλεί, μας στέκται εμπόδιο ή μας δημιουργεί πρόβλημα
    δεν το βρίσκω το γαμημένο το κατσαβίδι εδώ και τόση ώρα!
  2. παθητικά συνουσιασμένος, -ή
  3. (προφορικό) (οικείο) φιλικά, εκφράζοντας έντονο συναίσθημα, π.χ. για κύπελλο
    Σήκωσέ το, το γαμημένο / δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις