γαμημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γαμιέμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

γαμημένος, -η, -ο

  • (χυδαίο) υβριστική έκφραση για οτιδήποτε ή οποιονδήποτε μας ενοχλεί, μας στέκται εμπόδιο ή μας δημιουργεί πρόβλημα
δεν το βρίσκω το γαμημένο το κατσαβίδι εδώ και τόση ώρα!

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]