γαμιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμιέμαι < παθητική φωνή του ρήματος γαμώ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣaˈmɲe.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γα‐μιέ‐μαι

Ρήμα[επεξεργασία]

γαμιέμαι, πρτ.: γαμιόμουν, στ.μέλλ.: θα γαμηθώ, αόρ.: γαμήθηκα, μτχ.π.π.: γαμημένος

  1. (χυδαίο) συμμετέχω σε σεξουαλική πράξη
    • (αλληλοπαθές) συνευρίσκομαι
      τους έκαναν τσακωτούς ενώ γαμιόντουσαν στο δασάκι
  2. (χυδαίο) κουράζομαι πάρα πολύ
    γαμήθηκα στη δουλειά σήμερα
  3. (χυδαίο) καταστρέφομαι ή αποτυγχάνω
    κόπηκε το λουρί της μηχανής και μου γαμήθηκε το αυτοκίνητο τελείως
    γαμήθηκε η κουβέντα με τα ασυνάρτητα αστεία σου
  4. (στο β και γ' πρόσωπο) ως βρισιά που εκτοξεύεται απέναντι σε κάποιον
    Γαμιέσαι!

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]