γαμόπουστας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαμόπουστας γαμόπουστες
γενική γαμόπουστα γαμόπουστων
αιτιατική γαμόπουστα γαμόπουστες
κλητική γαμόπουστα γαμόπουστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμάω + πούστης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνήθως yαμώπουστας αρσενικό
(χυδαίο), (ανεπίτρεπτο)

  1. για μισητό άνθρωπο
  2. υποτιμητικά για ομοφυλόφιλο