γαμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γαμώ < αρχαία ελληνική γαμέω, -ῶ (παντρεύομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[]

γαμώ

(χυδαίο)
  1. συμμετέχω σε σεξουαλική επαφή με ενεργητικό ρόλο (λέγεται κυρίως για τον άντρα)
  2. (μεταφορικά) νικώ, ταπεινώνω
  3. (μεταφορικά) καταστρέφω κάτι, το κάνω χάλια

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]