γαμώμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γαμώμενος γαμώμενη/
ωμένη
γαμώμενο
γενική γαμώμενου/
ωμένου
γαμώμενης/
ωμένης
γαμώμενου/
ωμένου
αιτιατική γαμώμενο γαμώμενη/
ωμένη
γαμώμενο
κλητική γαμώμενε γαμώμενη/
ωμένη
γαμώμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γαμώμενοι γαμώμενες γαμώμενα
γενική γαμώμενων/
ωμένων
γαμώμενων/
ωμένων
γαμώμενων/
ωμένων
αιτιατική γαμώμενους γαμώμενες γαμώμενα
κλητική γαμώμενοι γαμώμενες γαμώμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

γαμώ + -όμενος/-ώμενος/-μένος το ωμέγα παραμένει απ' το ρήμα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ο παθητικά συνουσιαζόμενος

Αντίθετο: γαμών, επιβήτορας