γαντζωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γαντζωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου γαντζώνω
Μετοχή
[επεξεργασία]γαντζωμένος, -η, -ο
- που κρατιέται σφιχτά πάνω σε κάτι ή κάποιον
γαντζωμένος, -η, -ο