γαντζωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γαντζωμένος γαντζωμένη γαντζωμένο
γενική γαντζωμένου γαντζωμένης γαντζωμένου
αιτιατική γαντζωμένο γαντζωμένη γαντζωμένο
κλητική γαντζωμένε γαντζωμένη γαντζωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γαντζωμένοι γαντζωμένες γαντζωμένα
γενική γαντζωμένων γαντζωμένων γαντζωμένων
αιτιατική γαντζωμένους γαντζωμένες γαντζωμένα
κλητική γαντζωμένοι γαντζωμένες γαντζωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαντζωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γαντζώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

γαντζωμένος, -η, -ο

  • που κρατιέται σφιχτά πάνω σε κάτι ή κάποιον

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]