γαντζώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαντζώνω < γάντζος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γαντζώνω (παθητικό: γαντζώνομαι)

  1. πιάνω κάτι με γάντζο, το στερεώνω με αυτόν
  2. (παθητικό): αρπάζομαι από κάτι ή κάποιον για σωτηρία, εξαρτώμαι, προσκολλώμαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]