γαρή
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γαρή | γαρίδες |
| γενική | γαρής | γαριδίων |
| αιτιατική | γαρήν | γαρίδες |
| κλητική | γαρή | γαρίδες |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γαρή < (άμεσο δάνειο) τουρκική karı (γυναίκα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γαρή θηλυκό
- η γυναίκα, η σύζυγος
- ※ Άγουρον, άγουρον,
η γαρή μ’ εγέννεσεν
Ους να φέρ’ α̤’ ση ζωήν
ντό πολλά επόνεσεν!- Νέο άντρα, νέο άντρα,
η γυναίκα μου γέννησε
μέχρι να το φέρει στη ζωή
πόσο πολύ πόνεσε!- Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Χάταλον, μικρόν μωρόν, (2000), στίχοι και σύνθεση: Γιώργος Νικολαΐδης. @pontianlyrics.gr
- ΣτΕ: Απόδοση στίχων στα νέα ελληνικά: Βικιλεξικό.
- Νέο άντρα, νέο άντρα,
- ※ Άγουρον, άγουρον,
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- Γ.Κ. Χατζόπουλος - Π.Ζ. Ιωακειμίδου, Χρηστικό Λεξικό, Δάνειες Λέξεις στην Ποντιακή Διάλεκτο, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, 2022, ISBN 978-960-644-129-5.