γαρίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαρίδα γαρίδες
γενική γαρίδας γαρίδων
αιτιατική γαρίδα γαρίδες
κλητική γαρίδα γαρίδες
γαρίδες μέσα στο νερό
ακέφαλη γαρίδα που έχει ψηθεί στον ατμό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαρίδα < αρχαία ελληνική καρίς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.ˈɾi.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαρίδα θηλυκό

  • (η) καρίς· μαλακόστρακο ζώο που ανήκει στην τάξη των καρκινοειδών με διαφανές ή ροδαλό χρώμα, δέκα πόδια και νόστιμη σάρκα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το μάτι του γαρίδα : για κάποιον που κοιτάει με επιμονή και προσοχή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]