γαργαλίδα
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γαργαλίδα < αρχαία ελληνική γαργαλίζω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γαργαλίδα θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία](Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
γαργαλίδα θηλυκό
(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)