γαρδέλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαρδέλι γαρδέλια
γενική γαρδελιού γαρδελιών
αιτιατική γαρδέλι γαρδέλια
κλητική γαρδέλι γαρδέλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαρδέλι < ιταλική cardello

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαρδέλι ουδέτερο

  1. η καρδερίνα
    γλυκά την τρίλλια του σκορπά τ’ αηδόνι το νυχτερινό // και το τρελλό γαρδέλι (Γιωσέφ Ελιγιά, Το τραγούδι του αναχωρητή)
    μπήγοντας ψηλές-ψηλές φωνούλες σα γαρδέλι που το μπουχίσανε και ξαφνιάστηκε (Άγγελος Τερζάκης, Το Κατινάκι)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]