γαρνίρισμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γαρνίρισμα < γαρνίρω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γαρνίρισμα ουδέτερο
- διακόσμηση φαγητού με γαρνιτούρα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γαρνίρισμα
|
|