γαρνιρισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γαρνιρισμένος γαρνιρισμένη γαρνιρισμένο
γενική γαρνιρισμένου γαρνιρισμένης γαρνιρισμένου
αιτιατική γαρνιρισμένο γαρνιρισμένη γαρνιρισμένο
κλητική γαρνιρισμένε γαρνιρισμένη γαρνιρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γαρνιρισμένοι γαρνιρισμένες γαρνιρισμένα
γενική γαρνιρισμένων γαρνιρισμένων γαρνιρισμένων
αιτιατική γαρνιρισμένους γαρνιρισμένες γαρνιρισμένα
κλητική γαρνιρισμένοι γαρνιρισμένες γαρνιρισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαρνιρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γαρνίρω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

γαρνιρισμένος, -η, -ο

  1. που έχει γαρνιριστεί


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]