γαρνιτούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαρνιτούρα γαρνιτούρες
γενική γαρνιτούρας
αιτιατική γαρνιτούρα γαρνιτούρες
κλητική γαρνιτούρα γαρνιτούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαρνιτούρα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαρνιτούρα θηλυκό

  1. οτιδήποτε έχει διακοσμητικό σκοπό σε γεύμα ή κείμενο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]