γαρύλλα
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γαρύλλα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γαρύλλα θηλυκό
- η τσίμπλα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- στα αρχαία ελληνικά: λήμη
Πηγές
[επεξεργασία]- γαρύλλα - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi
- σελ. 504 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄