γαστρεντερίτιδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γαστρεντερίτιδα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική gastroenteritis < αρχαία ελληνική γαστήρ + ἔντερον + -ῖτις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γαστρεντερίτιδα θηλυκό
- (ιατρική) οξεία ή χρόνια φλεγμονώδης διαταραχή του γαστρεντερικού σωλήνα —συνήθως λοιμώδους αιτιολογίας— που χαρακτηρίζεται κυρίως από διάρροια, εμέτους και κοιλιακό άλγος
Συγγενικά
[επεξεργασία]- γαστρεντερικός
- γαστρεντερολογία
- γαστρεντερολογικός
- γαστρεντερολόγος
- → δείτε τις λέξεις γαστέρα και έντερο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γαστρεντερίτιδα
Πηγές
[επεξεργασία]- γαστρεντερίτιδα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- γαστρεντερίτιδα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- γαστρεντερίτιδα - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)