γαστρώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαστρώδης < γαστήρ και εἶδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γαστρώδης, ης, ες (και γαστροειδής)

  1. κοιλαράς
  2. φουσκωτός, φουσκωμένος, στρογγυλός