γατόπαρδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γατόπαρδος οι γατόπαρδοι
      γενική του γατόπαρδου των γατόπαρδων
    αιτιατική τον γατόπαρδο τους γατόπαρδους
     κλητική γατόπαρδε γατόπαρδοι
όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
γατόπαρδος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γατόπαρδος < ιταλική gattopardo < gatto (γάτα) + pardo (όπως στο λεόπαρδος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.ˈtɔ.paɾ.ðɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γατόπαρδος αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]