γαϊδούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαϊδούρα γαϊδούρες
γενική γαϊδούρας
αιτιατική γαϊδούρα γαϊδούρες
κλητική γαϊδούρα γαϊδούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαϊδούρα < γάιδαρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαϊδούρα και γαϊδάρα θηλυκό

  1. ο θηλυκός γάιδαρος
  2. κορίτσι ή γυναίκα χωρίς καλούς τρόπους ή χωρίς φιλότιμο, αγενής ή αγνώμων


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]