Μετάβαση στο περιεχόμενο

γαῖα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Γαῖα, γαία, Γαία, Γαΐα, Γάϊα, Γάια

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         ενικός     πληθυντικός  
διαλεκτικοί τύποι
ονομαστική γαῖ αἱ γαῖαι
      γενική τῆς γαίᾱς γαίης τῶν γαιῶν
      δοτική τῇ γαί γαί ταῖς γαίαις
    αιτιατική τὴν γαῖᾰν τὰς γαίᾱς
     κλητική ! γαῖ γαῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γαῖ
γεν-δοτ τοῖν  γαίαιν
Εδώ, το καθαρό α (που ακολουθεί το ρ ή φωνήεν)
δεν είναι μακρό, αλλά κατ' εξαίρεσιν, βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σφαῖρα' όπως «σφαῖρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γαῖα < αβέβαιης ετυμολογίας. Εικασία για συμφυρμό του γῆ με το αἶα (γη, έδαφος) με σημασία μαῖα (μητέρα γη).[1] Η ετυμολόγηση από το γίγνομαι θεωρείται αβέβαιη και εικάζεται ότι η ρίζα είναι προελληνική.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γαῖα θηλυκό

  1. ομηρικός και ποιητικός τύπος της λέξης γῆ / γᾶ: έδαφος, χώμα, πατρίδα, γη
    παράδειγμα  Συγκρίνετε, στον Όμηρο, την παράλληλη χρήση του αἶα
    χρειάζεται παράθεμα Ομηρος
    παράδειγμα  φεύγωμεν σὺν νηυσὶ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν χρειάζεται παράθεμα
    παράδειγμα  ἐμοῦ θανόντος γαῖα μειχθήτω πυρί
  2. για τη μυθική θεότητα, δείτε Γαῖα (η σύζυγος του Ουρανού)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως ενδεικτικά

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. γη - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.