γαῖα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| διαλεκτικοί τύποι | ||||||
| ονομαστική | ἡ | γαῖᾰ | αἱ | γαῖαι | ||
| γενική | τῆς | γαίᾱς | γαίης | τῶν | γαιῶν | |
| δοτική | τῇ | γαίᾳ | γαίῃ | ταῖς | γαίαις | |
| αιτιατική | τὴν | γαῖᾰν | τὰς | γαίᾱς | ||
| κλητική ὦ! | γαῖᾰ | γαῖαι | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γαῖᾱ | ||||
| γεν-δοτ | τοῖν | γαίαιν | ||||
| Εδώ, το καθαρό α (που ακολουθεί το ρ ή φωνήεν) δεν είναι μακρό, αλλά κατ' εξαίρεσιν, βραχύ. | ||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σφαῖρα' όπως «σφαῖρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γαῖα θηλυκό
- ομηρικός και ποιητικός τύπος της λέξης γῆ / γᾶ: έδαφος, χώμα, πατρίδα, γη
φεύγωμεν σὺν νηυσὶ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν → χρειάζεται παράθεμα
ἐμοῦ θανόντος γαῖα μειχθήτω πυρί- για τη μυθική θεότητα, δείτε Γαῖα (η σύζυγος του Ουρανού)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- γάιος (δωρικός τύπος του γήιος)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]όπως ενδεικτικά
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γη - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- γαῖα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γαῖα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σφαῖρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σφαῖρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)