γείσο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γείσο | τα | γείσα |
| γενική | του | γείσου | των | γείσων |
| αιτιατική | το | γείσο | τα | γείσα |
| κλητική | γείσο | γείσα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]γείσο < αρχαία ελληνική γεῖσον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γείσο ουδέτερο
- το τμήμα της στέγης που εξέχει από τους τοίχους
στο γείσο φτιάχνουν φωλιά τα χελιδόνια- ※ Δίπλα, συνεχίζονται οι εργασίες αναστήλωσης του Παρθενώνα. Προς στιγμήν ξεχνιέμαι. Με συνεπαίρνει η υψηλή ποιότητα της αναστήλωσης, διακρίνω τα νέα κομμάτια του λευκού μαρμάρου που συμπληρώνουν τόσο περίτεχνα τα σπόλια που χάθηκαν και τώρα ξαναβρίσκουν τη θέση τους πάνω στους κίονες, στα επιστήλια, στα γείσα. (www.efsyn.gr, 12.04.2021)
- το μέρος του καπέλου που εξέχει πάνω από το πρόσωπο
- ※ Στο βάθος της σάλας, το μεγαλόσωμο αφεντικό συζητούσε έντονα με μια κυρία. Ήταν υπερβολικά αμπιγιέ για πρωινή ώρα και φορούσε λευκό καπέλο με φαρδύ γείσο. (Παναγιώτης Α. Αγαπητός, Ανταίος Χρυσοστομίδης, Ελληνικά εγκλήματα 2, εκδ. Καστανιώτη, 2008, σελ. 267)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προεξοχή στέγης