Μετάβαση στο περιεχόμενο

γειτνίασις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γειτνίασῐς αἱ γειτνιάσεις
      γενική τῆς γειτνιάσεως τῶν γειτνιάσεων
      δοτική τῇ γειτνιάσει ταῖς γειτνιάσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν γειτνίασῐν τὰς γειτνιάσεις
     κλητική ! γειτνίασῐ γειτνιάσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γειτνιάσει
γεν-δοτ τοῖν  γειτνιασέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γειτνίασις < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γειτνίασις θηλυκό