γειωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γειωμένος γειωμένη γειωμένο
γενική γειωμένου γειωμένης γειωμένου
αιτιατική γειωμένο γειωμένη γειωμένο
κλητική γειωμένε γειωμένη γειωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γειωμένοι γειωμένες γειωμένα
γενική γειωμένων γειωμένων γειωμένων
αιτιατική γειωμένους γειωμένες γειωμένα
κλητική γειωμένοι γειωμένες γειωμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

γειωμένος

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γειώνω
  1. που πλέον βρίσκεται στη γη
  2. κύκλωμα ή συσκευή που έχει γειωθεί ηλεκτρικά
  3. (μεταφορικά) μετρημένος και λογικός
  4. (μεταφορικά) αυτός που κάτι "του έκοψε την φόρα"/"του έκοψε τα φτερά"/τον ξενέρωσε





Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]