Μετάβαση στο περιεχόμενο

γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική wer zuletzt lacht, lacht am besten[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝeˈla.i kaˈli.te.ɾa ˈo.pços ʝeˈla.i te.leˈfte.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός : γε‐λά‐ει κα‐λύ‐τε‐ρα ό‐ποιος γε‐λά‐ει τε‐λευ‐ταί‐ος

Παροιμία

[επεξεργασία]

γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ γελώ - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • γελώ -  Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)