Μετάβαση στο περιεχόμενο

γελαδίσιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γελαδίσιος η γελαδίσια το γελαδίσιο
      γενική του γελαδίσιου της γελαδίσιας του γελαδίσιου
    αιτιατική τον γελαδίσιο τη γελαδίσια το γελαδίσιο
     κλητική γελαδίσιε γελαδίσια γελαδίσιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γελαδίσιοι οι γελαδίσιες τα γελαδίσια
      γενική των γελαδίσιων των γελαδίσιων των γελαδίσιων
    αιτιατική τους γελαδίσιους τις γελαδίσιες τα γελαδίσια
     κλητική γελαδίσιοι γελαδίσιες γελαδίσια
Προφέρεται με συνίζηση ως παροξύτονο.
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γελαδίσιος < γελάδ(α) + -ίσιος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝe.laˈði.sços/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γελαδίσιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

γελαδίσιος, -α, -ο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγελαδινός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)