γελοιογράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γελοιογράφος γελοιογράφοι
γενική γελοιογράφου γελοιογράφων
αιτιατική γελοιογράφο γελοιογράφους
κλητική γελοιογράφε γελοιογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γελοιογράφος < γελοιο- + -γράφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γελοιογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο δημιουργός σκίτσων που σατιρίζουν την επικαιρότητα και δημοσιεύονται στον τύπο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]