γελοιοποίηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γελοιοποίηση γελοιοποιήσεις
γενική γελοιοποίησης
& γελοιοποιήσεως
γελοιοποιήσεων
αιτιατική γελοιοποίηση γελοιοποιήσεις
κλητική γελοιοποίηση γελοιοποιήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γελοιοποίηση < (καθαρεύουσα) γελοιοποίησις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γελοιοποίηση θηλυκό

  1. ο εξευτελισμός ανθρώπου ή κατάστασης, η μείωσή του σε κάτι γελοίο
  2. η προσπάθεια ελάφρυνσης μιας βαριάς ατμόσφαιρας με λόγια ή ενέργειες που καθιστούν το ζήτημα γελοίο, η με καλή πρόθεση υποβάθμιση σοβαρού γεγονότος σε επίπεδο αστείου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]