γεμίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεμίζω < αρχαία ελληνική γεμίζω < γέμω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝɛ.ˈmi.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

γεμίζω και γιομίζω

  1. κάνω κάτι να είναι γεμάτο
     συνώνυμα: πληρώ
     αντώνυμα: αδειάζω
  2. προσφέρω ικανοποίηση, προκαλώ το αίσθημα της πληρότητας
  3. βάζω βλήματα σε πυροβόλο όπλο
  4. (αμετάβατο) γίνομαι γεμάτος από κάτι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • γεμίζω την κοιλιά μου : χορταίνω φαγητό // ικανοποιώ τις βασικές μου ανάγκες
  • δε μου γεμίζει το μάτι : δε μου φαίνεται ικανός, δε μου εμπνέει εμπιστοσύνη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεμίζω < ομόρριζο του γέμω και γομόω

Ρήμα[επεξεργασία]

γεμίζω

  1. καθιστώ κάτι πλήρες
  2. φορτώνω