Μετάβαση στο περιεχόμενο

γενέτειρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γενέτειρα οι γενέτειρες
      γενική της γενέτειρας των γενετειρών
    αιτιατική τη γενέτειρα τις γενέτειρες
     κλητική γενέτειρα γενέτειρες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γενέτειρα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γενέτειρα (μητέρα), θηλυκό του γενετήρ[1] < γίγνομαι. Η μαθηματική σημασία < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική génératrice[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝeˈne.ti.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός : γε‐νέ‐τει‐ρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γενέτειρα θηλυκό

  1. (λόγιο) η πόλη όπου γεννήθηκε κάποιος, η ιδιαίτερη πατρίδα του
    ≠ αντώνυμα: αλλοδαπή, ξένα
  2. (μεταφορικά) ο τόπος όπου δημιουργήθηκε κάτι για πρώτη φορά
    ≈ συνώνυμα: εστία, κοιτίδα, λίκνο
  3. (μαθηματικά) γεωμετρική γραμμή που κινούμενη κατ' ορισμένο τρόπο σχηματίζει μια επιφάνεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ γενέτειρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ↑ γενέτειρα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)