γεναριάτικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γεναριάτικος γεναριάτικη γεναριάτικο
γενική γεναριάτικου γεναριάτικης γεναριάτικου
αιτιατική γεναριάτικο γεναριάτικη γεναριάτικο
κλητική γεναριάτικε γεναριάτικη γεναριάτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γεναριάτικοι γεναριάτικες γεναριάτικα
γενική γεναριάτικων γεναριάτικων γεναριάτικων
αιτιατική γεναριάτικους γεναριάτικες γεναριάτικα
κλητική γεναριάτικοι γεναριάτικες γεναριάτικα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεναριάτικος < Γενάρης + -άτικος

Επίθετο[επεξεργασία]

γεναριάτικος, -η, -ο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]