γεναριάτικος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʝe.naˈɾʝa.ti.kos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γε‐να‐ριά‐τι‐κος
Επίθετο
[επεξεργασία]γεναριάτικος, -η, -ο
- του Γενάρη, του Ιανουαρίου
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γεναριάτικος
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γεναριάτικος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας