Μετάβαση στο περιεχόμενο

γενεά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γενεά οι γενεές
      γενική της γενεάς των γενεών
    αιτιατική τη γενεά τις γενεές
     κλητική γενεά γενεές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γενεά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γενεά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γενεά θηλυκό

  1. η γενιά, οι άνθρωποι που ανήκουν σε μια ηλικιακή ομάδα
    παράδειγμα  το χάσμα των γενεών
  2. το διάστημα μιας γενιάς, περίπου μία τριακονταετία ή το ένα τρίτο του αιώνα, η περίοδος από τη γέννηση κάποιου μέχρι την ηλικία των 30-32 ετών, οπότε τα παιδιά του (ή τα παιδιά των συνομηλίκων του) είναι σε φάση που μαθαίνουν πώς θα πάρουν τη σκυτάλη από τη γενιά των γονέων τους, πώς θα έρθουν σύντομα εκείνα "στα πράγματα'
  3. βαθμός συγγένειας

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γενεᾱ́ αἱ γενεαί
      γενική τῆς γενεᾶς τῶν γενεῶν
      δοτική τῇ γενε ταῖς γενεαῖς
    αιτιατική τὴν γενεᾱ́ν τὰς γενεᾱ́ς
     κλητική ! γενεᾱ́ γενεαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γενεᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  γενεαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γενεά < ρίζα γεν- του ρήματος γίγνομαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γενεά θηλυκό ( & ιωνικός τύπος γενεή )

  1. οικογένεια, καταγωγή
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 20 (Υ. Θεομαχία.), στίχ. 306
    Πριάμου γενεά
  2. καταγωγή
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 471
    Αἰτωλὸς γενεήν (Αιτωλος από καταγωγή)
  3. εθνικότητα
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Πέρσαι, στίχ. 912
    Περσῶν γενεά (το γένος)
  4. φυλή
    πατριὰ καὶ γενεά
  5. οι θνητοί, η ιστορία των ανθρώπων, σε αντιδιαστολή προς των θεών, το ανθρώπινο είδος
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 122
    γενεά ἀνθρωπηΐη (Ηρόδοτος)
  6. τρόπος χρονολόγησης
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 6 (Ἐρατώ), 86α
    κατὰ τρίτην γενεὴν τὴν ἀπ᾽ ἐμέο (πριν από 100 χρόνια)
  7. ηλικία
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 14 (Ξ. Διὸς ἀπάτη.), στίχ. 112
    γενεῆφι νεώτατος
  8. γέννηση, τόπος γέννησης
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 20 (Υ. Θεομαχία.), στίχ. 390
    γενεὴ δέ τοί ἐστ᾽ ἐπὶ λίμνῃ Γυγαίῃ
  9. γενιά (τρεις γενεές ήταν και παραμένει το διάστημα ενός αιώνα)

Συγγενικά

[επεξεργασία]