γενιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γενιά γενιές
γενική γενιάς γενιών
αιτιατική γενιά γενιές
κλητική γενιά γενιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γενιά < αρχαία ελληνική γενεά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γενιά θηλυκό

  • γένος
  • σύνολο ανθρώπων της ίδιας ηλικίας σε σχέση με τους προγόνους και τους απογόνους του
    παππούς, πατέρας και εγγονός στην ίδια φωτογραφία· τρεις γενιές μαζί
    η γενιά μας γνώρισε την ανάπτυξη του διαδικτύου
  • (τέχνη) σύνολο συγγραφέων, ποιητών κ.λπ. που πρωτοδημοσίευσαν το πρώτο τους έργο την ίδια χρονική περίοδο
    η γενιά του '30

32πχ Μεταφράσεις[]