γενικοσχετικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γενικοσχετικός γενικοσχετική γενικοσχετικό
γενική γενικοσχετικού γενικοσχετικής γενικοσχετικού
αιτιατική γενικοσχετικό γενικοσχετική γενικοσχετικό
κλητική γενικοσχετικέ γενικοσχετική γενικοσχετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γενικοσχετικοί γενικοσχετικές γενικοσχετικά
γενική γενικοσχετικών γενικοσχετικών γενικοσχετικών
αιτιατική γενικοσχετικούς γενικοσχετικές γενικοσχετικά
κλητική γενικοσχετικοί γενικοσχετικές γενικοσχετικά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γενικοσχετικός (el) αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο