γενικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική γενικός γενική γενικό
γενική γενικού γενικής γενικού
αιτιατική γενικό γενική γενικό
κλητική γενικέ γενική γενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γενικοί γενικές γενικά
γενική γενικών γενικών γενικών
αιτιατική γενικούς γενικές γενικά
κλητική γενικοί γενικές γενικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γενικός < αρχαία ελληνική γενικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʝɛ.ni.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ʝɛ.ni.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ʝɛ.ni.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

γενικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται σε όλους ή σχετίζεται με το σύνολο μιας ομάδας
    γενική απεργία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καθολικός, κοινός
  2. που αναφέρεται στα ποιο βασικά σημεία ενός θέματος / πράγματος, που δεν έχει σαφήνεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αόριστος, ασαφής
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: λεπτομερής, συγκεκριμένος
  3. (για πρόσωπο) που έχει την ευθύνη ενός συνόλου εργασιών
    γενικός γραμματέας, γενικός διευθυντής, γενικός επιθεωρητής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γενικός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]