γενικότης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | γενικότης | αἱ | γενικότητες | ||||
| γενική | τῆς | γενικότητος | τῶν | γενικοτήτων | ||||
| δοτική | τῇ | γενικότητι | ταῖς | γενικότησι(ν) | ||||
| αιτιατική | τὴν | γενικότητα | τὰς | γενικότητας | ||||
| κλητική ὦ! | γενικότης | γενικότητες | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γενικότης θηλυκό