γενικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γενικότητα γενικότητες
γενική γενικότητας γενικοτήτων
αιτιατική γενικότητα γενικότητες
κλητική γενικότητα γενικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γενικότητα < αρχαία ελληνική γενικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γενικότητα θηλυκό

  1. η ασάφεια, η αοριστολογία ή η έκφραση με αόριστο τρόπο, ο μη συγκεκριμένος προσδιορισμός
  2. που αφορά περισσότερα από ένα στοιχείο, που αφορά πολλά ή πολλούς, η καθολικότητα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]