γεννήτορας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γεννήτορας < αρχαία ελληνική γεννήτωρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γεννήτορας αρσενικό (του γεννήτορα, των γεννητόρων)

  1. ο γονιός
  2. στον πληθ. συνήθως, οι πρόγονοι


32πχ Μεταφράσεις[]