γενναιόψυχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

γενναιόψυχος < γενναίος + ψυχή

Επίθετο[επεξεργασία]

γενναιόψυχος, -η, -ο

  1. γενναίος, που διακρίνεται για τη γενναιότητά του

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]