γενναῖος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: γενναίος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γενναῖος < γέννα ή γένος

Επίθετο[επεξεργασία]

γενναῖος

  1. ο γεννικός, από καλή, πλούσια γενιά αριστοκρατών ή από κάποιον που είχε καταφέρει να ξεχωρίσει δίχως να είναι πλούσιος
  2. ο δυνατός
  3. ο υψηλόφρων