γεννηθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεννηθείς, λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος γεννιέμαι

Μετοχή[επεξεργασία]

γεννηθείς, -είσα, -έν

  1. (λόγιο) που γεννήθηκε
    είμαι γεννηθείς το '54

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

γεννηθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
  2. θα γεννηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γεννιέμαι