γερά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Γέρα, γέρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γερά < γερός

Επίρρημα[επεξεργασία]

γερά

  1. σταθερά
  2. δυνατά, με δύναμη, με σθένος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

γερά