γερμανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γερμανισμός οι γερμανισμοί
      γενική του γερμανισμού των γερμανισμών
    αιτιατική τον γερμανισμό τους γερμανισμούς
     κλητική γερμανισμέ γερμανισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. γερμανισμός < Γερμανός + -ισμός < ελληνιστική κοινή γερμανός < λατινική Germanus
  2. γερμανισμός < γαλλική germanisme

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γερμανισμός αρσενικό

  1. το σύνολο των Γερμανών, κυρίως ως προς τα κοινά τους πολιτισμικά και άλλα στοιχεία και χαρακτηριστικά
  2. (γλωσσολογία) ιδιωματισμός της γερμανικής (στο λεξιλόγιο, τη σύνταξη κ.λπ.)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]