γερμανόφιλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γερμανόφιλος < Γερμανός + φίλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γερμανόφιλος, -η, -ο

  1. που τρέφει φιλικά αισθήματα και θαυμασμό για τη Γερμανία, το λαό της και τον πολιτισμό της ή υποστηρίζει τη γερμανική πολιτική και τα γερμανικά συμφέροντα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]