γεροντοκορισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεροντοκορισμός γεροντοκορισμοί
γενική γεροντοκορισμού γεροντοκορισμών
αιτιατική γεροντοκορισμό γεροντοκορισμούς
κλητική γεροντοκορισμέ γεροντοκορισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεροντοκορισμός < γεροντοκόρη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεροντοκορισμός αρσενικό

  1. η κατάσταση της γεροντοκόρης κυρίως τον περασμένο αιώνα, η μοναξιά, η έλλειψη απογόνων, η στέρηση της οικογενειακής χαράς και κοινωνικής ένταξης, συχνά η στρυφνάδα, ο πουριτανισμός, η παραξενιά ή και ο φθόνος, η πικρία
  • η συμπεριφορά της γεροντοκόρης, από την ίδια ή κάποιον άλλον που φέρεται με παρόμοιο προς της γεροντοκόρης τρόπο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]