γεροντόπιασμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γεροντόπιασμα ουδέτερο
- (προφορικό, μειωτικό, λογοτεχνικό) παιδί που αποκτήθηκε από ηλικιωμένο πατέρα
- ※ 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1974, αρχική έκδοση 1953.
- […] Τρίτος, ὁ Πατασμὸς ὁ λυράρης· αὐτὸς ἦταν ἕνας λειψανάβατος καὶ νεραϊδογλειμμένος, ἐννιὰ γιοὺς εἶχε κάμει ὁ κύρης του, κι αὐτὸς ἦταν ὁ στερνός, γεροντόπιασμα· δὲν εἶχε πιὰ ὁ σπόρος δύναμη, καὶ τὸν ἔβγαλε λειψό.
- ※ 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1974, αρχική έκδοση 1953.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- γεροντ- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
- → και δείτε τις λέξεις γέρος και πιάνω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γεροντόπιασμα
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- γεροντόπιασμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- γεροντόπιασμα — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα γεροντό- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)