γευματίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γευματίζω

  1. παίρνω ένα γεύμα, τρώω
  2. κάθομαι σε γεύμα μαζί με άλλους, στο πλαίσιο της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]