γεφυροπλάστιγγα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεφυροπλάστιγγα γεφυροπλάστιγγες
γενική γεφυροπλάστιγγας γεφυροπλαστιγγών
αιτιατική γεφυροπλάστιγγα γεφυροπλάστιγγες
κλητική γεφυροπλάστιγγα γεφυροπλάστιγγες
γεφυροπλάστιγγα (1) σε εργοτάξιο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεφυροπλάστιγγα < γέφυρα και πλάστιγγα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεφυροπλάστιγγα

  1. είδος ζυγαριάς που βρίσκεται συνήθως στο έδαφος και χρησιμοποιείται κυρίως για να ζυγίζονται οχήματα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]